670 σχολεία με νέα όψη: Η πρόοδος του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» σε δύο χρόνια
Σε δύο χρόνια, 670 σχολεία κέρδισαν νέα όψη μέσω του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου», με τη δεύτερη φάση να καλύπτει 240 μονάδες σε όλη τη χώρα.
Το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» σε αριθμούς
Σύμφωνα με την iefimerida, περίπου 670 σχολεία σε όλη τη χώρα έχουν υποβληθεί σε ολοκληρωμένη ανακαίνιση κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών, στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου «Μαριέττα Γιαννάκου». Η πρωτοβουλία, που ξεκίνησε το 2022, στοχεύει στην ενίσχυση των εκπαιδευτικών υποδομών, με έμφαση στην ενεργειακή απόδοση, την ασφάλεια και την αισθητική των κτιρίων.
Η πρώτη φάση, ολοκληρωμένη το προηγούμενο έτος, περιλάμβανε την ανακαίνιση περισσότερων από 430 σχολείων, ενώ η δεύτερη φάση – όπως επισημαίνει ο Χρίστος Δήμας, υπουργός Υποδομών και Μεταφορών – εστιάζει σε 240 σχολικές μονάδες, καλύπτοντας όλες τις Περιφέρειες της Ελλάδας.
Δεύτερη φάση: 240 σχολεία σε όλη τη χώρα
Η Eleftheros Typos σημειώνει ότι η δεύτερη φάση του προγράμματος είναι η πιο φιλόδοξη μέχρι σήμερα, διότι επιδιώκει την ισόρροπη κατανομή των επενδύσεων, αποφεύγοντας συγκεντρώσεις σε συγκεκριμένες περιοχές. Στοχεύει στην αντικατάσταση παλαιών στέγων, την εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων θέρμανσης και ψύξης, καθώς και στην ενσωμάτωση ψηφιακών υποδομών για την υποστήριξη της εξ αποστάσεως μάθησης.
Συνολικά, η δεύτερη φάση προβλέπει επενδύσεις ύψους περίπου 250 εκατομμυρίων ευρώ, με το μεγαλύτερο ποσοστό να διατίθεται σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, όπου η πρόσβαση σε σύγχρονες σχολικές υποδομές ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη.
Οικονομική διάσταση και προϋπολογισμός
Η χρηματοδότηση του προγράμματος προέρχεται κυρίως από εθνικούς πόρους, ενισχυόμενη από ευρωπαϊκά κονδύλια του Πλαισίου Ανάκαμψης. Η κυβέρνηση, σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις, έχει δεσμευτεί να διατηρήσει το πρόγραμμα εντός του προϋπολογισμού, αποφεύγοντας επιπλέον χρέωση του δημοσίου. Παρά τις θετικές εντυπώσεις, ορισμένοι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η ταχεία υλοποίηση μπορεί να δημιουργήσει πιθανά ελλείμματα στην τήρηση των προδιαγραφών, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση.
Επιπλέον, η διαφάνεια στην αξιολόγηση των έργων αποτελεί θέμα συζήτησης. Μία ανεξάρτητη επιτροπή, που δημιουργήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας, παρακολουθεί την ποιότητα των κατασκευών, αλλά η έλλειψη δημοσιοποιημένων εκθέσεων καθυστερεί την πλήρη αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Αντιδράσεις εκπαιδευτικών και γονέων
Οι εκπαιδευτικοί ενώσεις και οι γονείς εκφράζουν ανάμεικτες απόψεις. Από τη μία, η βελτίωση των κτιρίων θεωρείται «απαραίτητη» για την υγεία και την ψυχολογία των μαθητών, ειδικά μετά την πανδημία COVID‑19. Από την άλλη, υπάρχουν ανησυχίες για την χρονική διάρκεια των εργασιών, που σε ορισμένες περιπτώσεις διακόπτουν την κανονική λειτουργία των σχολείων.
Σε δήλωση του Γενικού Συμβουλίου Εκπαιδευτικών, τονίζεται η ανάγκη «να μην προχωρήσει η ανακαίνιση σε βάρος της διδακτικής διαδικασίας». Παράλληλα, γονείς σε περιφέρειες όπως η Ήπειρος και η Λάρισα αναφέρουν ότι η νέα αισθητική και η βελτιωμένη θερμομόνωση έχουν θετικό αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των παιδιών τους.
Προοπτικές και προκλήσεις
Η ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης προβλέπεται για το τέλος του 2025, ενώ η κυβέρνηση ήδη μιλά για την έναρξη τρίτης φάσης, η οποία θα εστιάσει στην «έξυπνη» διαχείριση των κτιρίων, μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων παρακολούθησης ενέργειας και ασφάλειας.
Ωστόσο, η βιωσιμότητα του προγράμματος εξαρτάται από τρεις κρίσιμους παράγοντες: η συνέπεια στην χρηματοδότηση, η τήρηση των προδιαγραφών ποιότητας, και η ενεργός συμμετοχή των τοπικών αρχών στην παρακολούθηση των έργων. Αν επιτευχθούν, η «Μαριέττα Γιαννάκου» μπορεί να γίνει πρότυπο για άλλες ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν τη σύγχρονη αναβάθμιση των σχολικών υποδομών.